• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: on account, on account of

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
on account prep + n (purchase: pay later)επί πιστώσει έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
on account of [sth] expr (because of, due to) (με γενική)εξαιτίας πρόθ
  (με γενική)λόγω πρόθ
 The picnic is canceled on account of the rain.
 Το πικ νικ ακυρώνεται εξαιτίας της βροχής.
on account of [sb],
on [sb]'s account
expr
(for [sb]'s sake)για χάρη κπ έκφρ
 Don't turn the music off on my account; it doesn't bother me.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
on account | on account of
ΑγγλικάΕλληνικά
on account of this adv (for this reason)για αυτό το λόγο, εξαιτίας αυτού έκφρ
 The bridge collapsed; on account of this, we have to take the ferry.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'on account' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση on account στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «on account».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!